to sensitize
sen
ˈsɛn
σεν
si
σι
tize
taɪz
ταιζ
sensitise

Ορισμός και σημασία του "sensitize"στα αγγλικά

to sensitize
01

ευαισθητοποιώ, κάνω πιο αντιληπτό

to make someone more aware or responsive to a particular issue, feeling, or situation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sensitize
γ΄ ενικό πρόσωπο
sensitizes
ενεστώτα μετοχή
sensitizing
απλός αόριστος
sensitized
παθητική μετοχή
sensitized
Παραδείγματα
The campaign aims to sensitize the public about climate change. 

Η καμπάνια στοχεύει να ευαισθητοποιήσει το κοινό για την κλιματική αλλαγή.

02

ευαισθητοποιώ, κάνω ευαίσθητο

make (a material) sensitive to light, often of a particular colour, by coating it with a photographic emulsion 
03

ευαισθητοποιώ, κάνω ευαίσθητο

make sensitive to a drug or allergen 
04

ευαισθητοποιώ, κάνω ευαίσθητο

cause to sense; make sensitive 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

desensitize
sensitized
sensitizer
sensitize
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store