Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
self-possessed
01
αυτοκυριαρχημένος, ατάραχος
calm, confident, and in control of one’s emotions, especially in stressful situations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most self-possessed
συγκριτικός βαθμός
more self-possessed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her self-possessed attitude made her a steady presence in the team.
Η ψύχραιμη στάση της την έκανε μια σταθερή παρουσία στην ομάδα.



























