Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to acetify
01
οξινίζω, κάνω όξινο
turn acidic
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
acetify
γ΄ ενικό πρόσωπο
acetifies
ενεστώτα μετοχή
acetifying
απλός αόριστος
acetified
παθητική μετοχή
acetified
02
οξύνω, μετατρέπω σε ξύδι
to turn something sour, particularly by converting it into acetic acid or vinegar through fermentatio
Παραδείγματα
The chef acetified the sauce to complement the dish's rich flavors.
Ο σεφ οξίνισε τη σάλτσα για να συμπληρώσει τα πλούσια αρώματα του πιάτου.



























