to acetify
a
ə
ē
ce
ˈsɛ
se
ti
ti
fy
faɪ
fai
acetified

Ορισμός και σημασία του "acetify"στα αγγλικά

to acetify
01

οξινίζω, κάνω όξινο

turn acidic 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
acetify
γ΄ ενικό πρόσωπο
acetifies
ενεστώτα μετοχή
acetifying
απλός αόριστος
acetified
παθητική μετοχή
acetified
02

οξύνω, μετατρέπω σε ξύδι

to turn something sour, particularly by converting it into acetic acid or vinegar through fermentatio 
Παραδείγματα
The process was designed to acetify the wine, turning it into a flavorful vinegar. 

Η διαδικασία σχεδιάστηκε για να οξύνει το κρασί, μετατρέποντάς το σε γευστικό ξύδι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

acetify
acet
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store