Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to second-guess
01
κριτική εκ των υστέρων, αξιολόγηση εκ των υστέρων
evaluate or criticize with hindsight
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
second-guess
γ΄ ενικό πρόσωπο
second-guesses
ενεστώτα μετοχή
second-guessing
απλός αόριστος
second-guessed
παθητική μετοχή
second-guessed
02
προβλέπω, προβλέπω τις αντιδράσεις
to predict or anticipate an event or someone's reaction
Παραδείγματα
Political analysts are constantly trying to second-guess voters' behavior.
Οι πολιτικοί αναλυτές προσπαθούν συνεχώς να προβλέψουν τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων.



























