Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
secondarily
01
δευτερευόντως, με δευτερεύοντα τρόπο
in a manner that is of less importance or priority compared to other things
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The project focused primarily on innovation, with cost efficiency considered secondarily.
Το έργο επικεντρώθηκε κυρίως στην καινοτομία, με την αποδοτικότητα του κόστους να θεωρείται δευτερεύοντα.
Λεξικό Δέντρο
secondarily
secondary
second



























