Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scruple
01
ενόχληση, ηθική διστακτικότητα
a principle that makes one doubtful or reluctant toward a morally wrong action
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scruples
02
ενδοιασμός, δισταγμός
uneasiness about the fitness of an action
03
σκρούπολο, μονάδα βάρους φαρμακευτικής ίση με 20 κόκκους
a unit of apothecary weight equal to 20 grains
to scruple
01
διστάζω λόγω ενσυνειδησίας, δισταγμός
to hesitate or be dubious about doing something that one thinks might be wrong or immoral
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scruple
γ΄ ενικό πρόσωπο
scruples
ενεστώτα μετοχή
scrupling
απλός αόριστος
scrupled
παθητική μετοχή
scrupled
02
έχω ενδοιασμούς, εγείρω ενδοιασμούς
raise scruples
03
διστάζω για ηθικούς λόγους, έχω τύψεις
hesitate on moral grounds



























