scruple
scru
ˈskru:
skroo
ple
pəl
pēl
quadruple

Ορισμός και σημασία του "scruple"στα αγγλικά

01

ενόχληση, ηθική διστακτικότητα

a principle that makes one doubtful or reluctant toward a morally wrong action 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scruples
02

ενδοιασμός, δισταγμός

uneasiness about the fitness of an action 
03

σκρούπολο, μονάδα βάρους φαρμακευτικής ίση με 20 κόκκους

a unit of apothecary weight equal to 20 grains 
to scruple
01

διστάζω λόγω ενσυνειδησίας, δισταγμός

to hesitate or be dubious about doing something that one thinks might be wrong or immoral 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scruple
γ΄ ενικό πρόσωπο
scruples
ενεστώτα μετοχή
scrupling
απλός αόριστος
scrupled
παθητική μετοχή
scrupled
02

έχω ενδοιασμούς, εγείρω ενδοιασμούς

raise scruples 
03

διστάζω για ηθικούς λόγους, έχω τύψεις

hesitate on moral grounds 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store