scrupulous
scru
ˈskru:
σκρου
pu
pjʊ
πγου
lous
ləs
λασ

Ορισμός και σημασία του "scrupulous"στα αγγλικά

scrupulous
01

σχολαστικός, επιμελής

paying great attention to details in order to do things right 
scrupulous definition and meaning
02

σχολαστικός, ενσυνείδητος

having a principle in mind to do the things that are morally right 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most scrupulous
συγκριτικός βαθμός
more scrupulous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
morality, behavior, ethics

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

scrupulously
scrupulousness
unscrupulous
scrupulous
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store