Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scrutiny
01
επιμελής εξέταση, λεπτομερής έλεγχος
the careful and detailed examination to find mistakes or discover important information
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The accountant applied scrutiny to the financial statements to find any errors.
Ο λογιστής εφάρμοσε προσεκτική εξέταση στις οικονομικές καταστάσεις για να βρει τυχόν λάθη.
02
λεπτομερής εξέταση, έντονη ματιά
a prolonged intense look
Λεξικό Δέντρο
scrutinize
scrutiny



























