scrutiny
scru
ˈskru:
skroo
ti
ny
ni
ni
mutiny

Ορισμός και σημασία του "scrutiny"στα αγγλικά

01

επιμελής εξέταση, λεπτομερής έλεγχος

the careful and detailed examination to find mistakes or discover important information 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The accountant applied scrutiny to the financial statements to find any errors. 

Ο λογιστής εφάρμοσε προσεκτική εξέταση στις οικονομικές καταστάσεις για να βρει τυχόν λάθη.

02

λεπτομερής εξέταση, έντονη ματιά

a prolonged intense look 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

scrutinize
scrutiny
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store