Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scrupulous
01
σχολαστικός, επιμελής
paying great attention to details in order to do things right
02
σχολαστικός, ενσυνείδητος
having a principle in mind to do the things that are morally right
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most scrupulous
συγκριτικός βαθμός
more scrupulous
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
scrupulously
scrupulousness
unscrupulous
scrupulous



























