scrumpy
scrumpy
'skrʌmpi
skrampi
scrimpy

Ορισμός και σημασία του "scrumpy"στα αγγλικά

01

scrumpy, είδος μηλίτη από μήλα που αφέθηκαν να ζυμωθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα

a type of cider made from apples that are left to ferment for an extended period of time 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
scrumpies

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store