scrum
scrum
skrʌm
skram
strumscrimscramsacrum

Ορισμός και σημασία του "scrum"στα αγγλικά

01

σκραμ, συμπλοκή

(rugby) a method of restarting play where players from both teams bind together and push to contest for the ball 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scrums
Παραδείγματα
The teams engaged in a scrum to contest possession. 

Οι ομάδες συμμετείχαν σε ένα scrum για να αγωνιστούν για την κατοχή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store