Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scrimp
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scrimp
γ΄ ενικό πρόσωπο
scrimps
ενεστώτα μετοχή
scrimping
απλός αόριστος
scrimped
παθητική μετοχή
scrimped
Παραδείγματα
The organization scrimped on office supplies to allocate more funds to their charity projects.
Ο οργανισμός τσιγκούνιασε στα γραφεία προμηθειών για να διαθέσει περισσότερα κεφάλαια στα φιλανθρωπικά του έργα.



























