Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scribe
01
χαράσσω, σημειώνω
score a line on with a pointed instrument, as in metalworking
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scribe
γ΄ ενικό πρόσωπο
scribes
ενεστώτα μετοχή
scribing
απλός αόριστος
scribed
παθητική μετοχή
scribed
Scribe
01
σουβλί, τριζόνι
a sharp-pointed awl for marking wood or metal to be cut
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scribes
02
γραφέας, δημοσιογράφος
informal terms for journalists
03
γραφέας, αντιγραφέας
a person who writes copies of documents by hand
Παραδείγματα
The scribe carefully transcribed the old, fading manuscripts to preserve their contents for future generations.
Ο γραφέας μετέγραψε προσεκτικά τα παλιά, ξεθωριασμένα χειρόγραφα για να διατηρήσει το περιεχόμενό τους για τις μελλοντικές γενιές.
Λεξικό Δέντρο
inscribe
prescribe
scriber
scribe



























