scrimmage
scrim
skrɪm
σκριμ
mage
meɪʤ
μειτζ
/skɹˈɪmɪd‍ʒ/

Ορισμός και σημασία του "scrimmage"στα αγγλικά

01

καβγάς, συμπλοκή

a noisy riotous fight
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scrimmages
02

προπονητικό παιχνίδι, προπόνηση

a practice game in American football
Παραδείγματα
The scrimmage helped the players feel like they were in a real game.
Το προπονητικό παιχνίδι βοήθησε τους παίκτες να νιώσουν σαν να βρίσκονται σε ένα πραγματικό παιχνίδι.
03

σύγκρουση, σκριμάτζ

a moment in American football when a play starts with the ball being passed to the quarterback from a set position on the field
to scrimmage
01

προπονούμαι, παίζω προπονητικό παιχνίδι

practice playing (a sport)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scrimmage
γ΄ ενικό πρόσωπο
scrimmages
ενεστώτα μετοχή
scrimmaging
απλός αόριστος
scrimmaged
παθητική μετοχή
scrimmaged
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store