Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scrimmage
01
καβγάς, συμπλοκή
a noisy riotous fight
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scrimmages
02
προπονητικό παιχνίδι, προπόνηση
a practice game in American football
Παραδείγματα
They had a scrimmage to try out new plays.
Είχαν ένα προπονητικό παιχνίδι για να δοκιμάσουν νέες παιχνιδιές.
03
σύγκρουση, σκριμάτζ
a moment in American football when a play starts with the ball being passed to the quarterback from a set position on the field
to scrimmage
01
προπονούμαι, παίζω προπονητικό παιχνίδι
practice playing (a sport)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scrimmage
γ΄ ενικό πρόσωπο
scrimmages
ενεστώτα μετοχή
scrimmaging
απλός αόριστος
scrimmaged
παθητική μετοχή
scrimmaged



























