to scour
scour
skaʊə
skawe
flourcowerglowerdour

Ορισμός και σημασία του "scour"στα αγγλικά

to scour
01

τρίβω εντατικά, καθαρίζω ενδελεχώς

to clean something thoroughly by scrubbing it hard with a rough or tough material 
Transitive: to scour sth
to scour definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scour
γ΄ ενικό πρόσωπο
scours
ενεστώτα μετοχή
scouring
απλός αόριστος
scoured
παθητική μετοχή
scoured
Παραδείγματα
She scoured the pots and pans to remove the stuck-on food. 

Αυτή τρίψε τις κατσαρόλες και τα τηγάνια για να αφαιρέσει το κολλημένο φαγητό.

02

ερευνώ, ξεφυλλίζω

to conduct a thorough search of a place, text, or area in order to find something 
Transitive: to scour sth
Παραδείγματα
The police scoured the neighborhood for any signs of the missing person. 

Η αστυνομία έψαξε τη γειτονιά για οποιαδήποτε σημάδια του αγνοούμενου.

03

καθαρίζω με γρήγορο ρεύμα νερού, πλένω με νερό

to wash or clear something by using a swift current of water 
Transitive: to scour sth
Παραδείγματα
The river scoured the rocks, leaving them smooth and shiny. 

Ο ποταμός ξέπλυνε τα βράχια, αφήνοντάς τα λεία και γυαλιστερά.

04

τρίβω ενεργά, καθαρίζω με τριβή

to remove dirt or unwanted matter by vigorous rubbing 
Transitive: to scour dirt or a stain
Παραδείγματα
He scoured the rust from the metal parts with a wire brush. 

Τρίψιμο της σκουριάς από τα μεταλλικά μέρη με ένα σύρμα βούρτσα.

01

διαβρωμένο μέρος, περιοχή που έχει ξεπλυθεί

a place that is scoured (especially by running water) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scours

Λεξικό Δέντρο

scoured
scourer
scouring
scour
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store