Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scoff
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scoff
γ΄ ενικό πρόσωπο
scoffs
ενεστώτα μετοχή
scoffing
απλός αόριστος
scoffed
παθητική μετοχή
scoffed
Παραδείγματα
The children scoffed at the silly rumor.
Τα παιδιά χλεύασαν τη γελοία φήμη.
02
χλευάζω, κοροϊδεύω
to dismiss with contempt
Παραδείγματα
He scoffed at their concerns as unimportant.
Αυτός χλεύασε τις ανησυχίες τους ως ασήμαντες.
03
καταβροχθίζω, τρώω ασυστόλως
to eat something quickly and greedily, often with little regard for manners
Informal
Παραδείγματα
He scoffed the fries while waiting for the rest of his meal to arrive.
Κατάπιε τις πατάτες ενώ περίμενε να φτάσει το υπόλοιπο γεύμα του.
Scoff
01
χλευασμός, γελοιοποίηση
an act or expression of contempt, shown through ridicule
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scoffs
Παραδείγματα
Their proposal was dismissed with a scoff.
Η πρότασή τους απορρίφθηκε με ένα χλεύασμα.
Λεξικό Δέντρο
scoffer
scoffing
scoff



























