Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
batty
01
τρελός, παλαβός
slightly crazy, eccentric, or behaving in a way that seems mentally odd
Παραδείγματα
Her batty stories always make the children laugh.
Οι παράξενες ιστορίες της κάνουν πάντα τα παιδιά να γελούν.



























