battler
batt
ˈbæt
μπαιτ
ler
lər
λαρ
/bˈætlɐ/

Ορισμός και σημασία του "battler"στα αγγλικά

01

μαχητής, πολεμιστής

someone who fights (or is fighting)
battler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
battlers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store