Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Schoolhouse
01
σχολείο, σχολικό κτίριο
a small building, often in a village, that is used as a school
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schoolhouses
Παραδείγματα
The schoolhouse had a bell that rang to signal the beginning and end of classes.
Το σχολικό κτίριο είχε μια καμπάνα που χτυπούσε για να σηματοδοτήσει την αρχή και το τέλος των μαθημάτων.
Λεξικό Δέντρο
schoolhouse
school
house



























