schoolboy
school
skul
skool
boy
bɔɪ
boy

Ορισμός και σημασία του "schoolboy"στα αγγλικά

01

σχολικός, μαθητής

a boy who is attending school, especially in primary or secondary education 
schoolboy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
schoolboys
Παραδείγματα
The schoolboy eagerly raised his hand to answer the teacher’s question. 

Ο μαθητής σήκωσε με ενθουσιασμό το χέρι του για να απαντήσει στην ερώτηση του δασκάλου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store