to scamper
scam
ˈskæm
skām
per
scauperscalperscarperstamper

Ορισμός και σημασία του "scamper"στα αγγλικά

to scamper
01

τρέχω γρήγορα και παιχνιδιάρικα, κινούμαι γρήγορα με ελαφρά βήματα

to run or move quickly and playfully with small, light steps 
Intransitive: to scamper somewhere
to scamper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
scamper
γ΄ ενικό πρόσωπο
scampers
ενεστώτα μετοχή
scampering
απλός αόριστος
scampered
παθητική μετοχή
scampered
Παραδείγματα
Startled by the children's laughter, the squirrels scampered up the trees to a safer height. 

Τρομαγμένα από το γέλιο των παιδιών, οι σκίουροι έτρεξαν προς τα πάνω στα δέντρα σε ένα ασφαλέστερο ύψος.

01

βιαστική κίνηση, απερισκεπτο τρέξιμο

rushing about hastily in an undignified way 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scampers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store