Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scamper
01
τρέχω γρήγορα και παιχνιδιάρικα, κινούμαι γρήγορα με ελαφρά βήματα
to run or move quickly and playfully with small, light steps
Intransitive: to scamper somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
scamper
γ΄ ενικό πρόσωπο
scampers
ενεστώτα μετοχή
scampering
απλός αόριστος
scampered
παθητική μετοχή
scampered
Παραδείγματα
The young foxes scampered through the forest, practicing their hunting skills.
Τα νεαρά αλεπούδια πετούσαν μέσα από το δάσος, εξασκώντας τις κυνηγετικές τους ικανότητες.
Scamper
01
βιαστική κίνηση, απερισκεπτο τρέξιμο
rushing about hastily in an undignified way
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scampers



























