Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scam
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scams
Παραδείγματα
The company was exposed for running a scam that defrauded thousands of customers.
Η εταιρεία αποκαλύφθηκε ότι διέπραξε μια απάτη που εξαπάτησε χιλιάδες πελάτες.
to scam
01
απατώ, εξαπατώ
to get money from people by using dishonest or illegal methods
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scam
γ΄ ενικό πρόσωπο
scams
ενεστώτα μετοχή
scamming
απλός αόριστος
scammed
παθητική μετοχή
scammed
Παραδείγματα
The authorities are investigating how the scammers managed to deceive so many people.
Οι αρχές διερευνούν πώς οι απατεώνες κατάφεραν να εξαπατήσουν τόσους πολλούς ανθρώπους.
02
εξετάζω, αναλύω
to scrutinize or examine people, often with the intention of figuring out their motives or trying to detect deceit
Παραδείγματα
She scammed him carefully, trying to figure out if he was lying.
Τον εξαπάτησε προσεκτικά, προσπαθώντας να καταλάβει αν έλεγε ψέματα.



























