Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scam
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scams
Παραδείγματα
The email was part of a scam aimed at stealing personal information from unsuspecting users.
Το email ήταν μέρος μιας απάτης που αποσκοπούσε στην κλοπή προσωπικών πληροφοριών από ανυποψίαστους χρήστες.
to scam
01
απατώ, εξαπατώ
to get money from people by using dishonest or illegal methods
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scam
γ΄ ενικό πρόσωπο
scams
ενεστώτα μετοχή
scamming
απλός αόριστος
scammed
παθητική μετοχή
scammed
Παραδείγματα
The con artist scammed several elderly people out of their life savings.
Ο απατεώνας εξαπάτησε αρκετούς ηλικιωμένους από τις οικονομίες της ζωής τους.
02
εξετάζω, αναλύω
to scrutinize or examine people, often with the intention of figuring out their motives or trying to detect deceit
Παραδείγματα
He scammed the crowd to see if anyone was acting suspiciously.
Εξαπάτησε το πλήθος για να δει αν κάποιος ενεργούσε ύποπτα.



























