scalp
scalp
skælp
skālp
scampscaup

Ορισμός και σημασία του "scalp"στα αγγλικά

01

τριχωτή της κεφαλής, scalp

the skin under one's hair, covering the head 
scalp definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scalps
Παραδείγματα
She massaged her scalp with essential oils to promote hair growth and relaxation. 

Μάσαρε το τριχωτό της με αιθέρια έλαια για να προωθήσει την ανάπτυξη των μαλλιών και την χαλάρωση.

to scalp
01

αποτριχώνω το κεφάλι, αφαιρώ το τριχωτό δέρμα του κεφαλιού

to remove the scalp from a person or animal 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scalp
γ΄ ενικό πρόσωπο
scalps
ενεστώτα μετοχή
scalping
απλός αόριστος
scalped
παθητική μετοχή
scalped
Παραδείγματα
The warriors threatened to scalp their enemies. 

Οι πολεμιστές απείλησαν να αποτριχώσουν τους εχθρούς τους.

02

επαναπωλώ, κερδοσκοπώ

to sell something unlawfully or at unauthorized prices, especially tickets 
Παραδείγματα
He tried to scalp concert tickets outside the arena. 

Προσπάθησε να πουλήσει εισιτήρια συναυλίας έξω από την αρένα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store