Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scalp
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scalps
Παραδείγματα
She massaged her scalp with essential oils to promote hair growth and relaxation.
Μάσαρε το τριχωτό της με αιθέρια έλαια για να προωθήσει την ανάπτυξη των μαλλιών και την χαλάρωση.
to scalp
01
αποτριχώνω το κεφάλι, αφαιρώ το τριχωτό δέρμα του κεφαλιού
to remove the scalp from a person or animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scalp
γ΄ ενικό πρόσωπο
scalps
ενεστώτα μετοχή
scalping
απλός αόριστος
scalped
παθητική μετοχή
scalped
Παραδείγματα
The warriors threatened to scalp their enemies.
Οι πολεμιστές απείλησαν να αποτριχώσουν τους εχθρούς τους.
02
επαναπωλώ, κερδοσκοπώ
to sell something unlawfully or at unauthorized prices, especially tickets
Παραδείγματα
He tried to scalp concert tickets outside the arena.
Προσπάθησε να πουλήσει εισιτήρια συναυλίας έξω από την αρένα.



























