scalloped
sca
ˈskɒ
sko
lloped
ləpt
lēpt

Ορισμός και σημασία του "scalloped"στα αγγλικά

01

με οδοντωτές άκρες, με κυματιστά περιθώρια

having a margin with rounded scallops 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most scalloped
συγκριτικός βαθμός
more scalloped
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
texture, design, edges
02

ψημένο με κρεμώδη σάλτσα ή γάλα, ετοιμασμένο με κρεμώδη σάλτσα

prepared by being baked with a creamy sauce or milk 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

scalloped
scallop
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store