Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
satisfactory
01
ικανοποιητικός, αποδεκτός
good enough to meet the minimum standard or requirement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most satisfactory
συγκριτικός βαθμός
more satisfactory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The quality of work met the company's satisfactory standards.
Η ποιότητα της εργασίας πληρούσε τα ικανοποιητικά πρότυπα της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
dissatisfactory
satisfactorily
satisfactoriness
satisfactory
satisfy



























