satisfactory
sa
ˌsæ
tis
tɪs
tis
fac
ˈfæk
fāk
to
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "satisfactory"στα αγγλικά

satisfactory
01

ικανοποιητικός, αποδεκτός

good enough to meet the minimum standard or requirement 
satisfactory definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most satisfactory
συγκριτικός βαθμός
more satisfactory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The quality of work met the company's satisfactory standards. 

Η ποιότητα της εργασίας πληρούσε τα ικανοποιητικά πρότυπα της εταιρείας.

Λεξικό Δέντρο

dissatisfactory
satisfactorily
satisfactoriness
satisfactory
satisfy
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store