Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
satisfactorily
01
ικανοποιητικά, με ικανοποιητικό τρόπο
in a way that fulfills expectations and requirements
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Despite facing unexpected challenges, she managed to complete the project satisfactorily and meet the deadline.
Παρά τις απροσδόκητες προκλήσεις, κατάφερε να ολοκληρώσει το έργο ικανοποιητικά και να τηρήσει την προθεσμία.
Λεξικό Δέντρο
unsatisfactorily
satisfactorily
satisfactory
satisfy



























