Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rush off
01
φεύγω βιαστικά, ξεπετάγομαι
to leave quickly or abruptly, often because of an urgent or unexpected situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
rush
ενεστώτας
rush off
γ΄ ενικό πρόσωπο
rushes off
ενεστώτα μετοχή
rushing off
απλός αόριστος
rushed off
παθητική μετοχή
rushed off
Παραδείγματα
She had to rush off to catch her flight, leaving the party early.
Έπρεπε να βιαστεί να πιάσει την πτήση της, αφήνοντας το πάρτι νωρίς.
02
αναγκάζω κάποιον να φύγει γρήγορα, επισπεύδω την αναχώρηση κάποιου
to force someone to depart quickly
Παραδείγματα
An emergency at work rushed him off from the family gathering.
Μια επείγουσα περίπτωση στη δουλειά τον έκανε να φύγει βιαστικά από την οικογενειακή συνάντηση.
03
ετοιμάζω βιαστικά, κάνω στα γρήγορα
to prepare something quickly and urgently
Παραδείγματα
The tailor rushed off a custom suit for the urgent order.
Ο ράφτης έφτιαξε βιαστικά ένα προσαρμοσμένο κοστούμι για την επείγουσα παραγγελία.



























