to rush off
rush
rʌʃ
rash
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "rush off"στα αγγλικά

to rush off
01

φεύγω βιαστικά, ξεπετάγομαι

to leave quickly or abruptly, often because of an urgent or unexpected situation 
to rush off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
rush
ενεστώτας
rush off
γ΄ ενικό πρόσωπο
rushes off
ενεστώτα μετοχή
rushing off
απλός αόριστος
rushed off
παθητική μετοχή
rushed off
Παραδείγματα
She had to rush off to catch her flight, leaving the party early. 

Έπρεπε να βιαστεί να πιάσει την πτήση της, αφήνοντας το πάρτι νωρίς.

02

αναγκάζω κάποιον να φύγει γρήγορα, επισπεύδω την αναχώρηση κάποιου

to force someone to depart quickly 
Παραδείγματα
An emergency at work rushed him off from the family gathering. 

Μια επείγουσα περίπτωση στη δουλειά τον έκανε να φύγει βιαστικά από την οικογενειακή συνάντηση.

03

ετοιμάζω βιαστικά, κάνω στα γρήγορα

to prepare something quickly and urgently 
Παραδείγματα
The tailor rushed off a custom suit for the urgent order. 

Ο ράφτης έφτιαξε βιαστικά ένα προσαρμοσμένο κοστούμι για την επείγουσα παραγγελία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store