to rush off
Pronunciation
/ɹˈʌʃ ˈɔf/

Ορισμός και σημασία του "rush off"στα αγγλικά

to rush off
[phrase form: rush]
01

φεύγω βιαστικά, ξεπετάγομαι

to leave quickly or abruptly, often because of an urgent or unexpected situation
to rush off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
rush
ενεστώτας
rush off
γ΄ ενικό πρόσωπο
rushes off
ενεστώτα μετοχή
rushing off
απλός αόριστος
rushed off
παθητική μετοχή
rushed off
Παραδείγματα
I might have to rush off from work if my child's school calls with an issue.
Μπορεί να χρειαστεί να φύγω βιαστικά από τη δουλειά αν η σχολή του παιδιού μου καλέσει με κάποιο πρόβλημα.
02

αναγκάζω κάποιον να φύγει γρήγορα, επισπεύδω την αναχώρηση κάποιου

to force someone to depart quickly
Παραδείγματα
A loud noise from the kitchen rushed her off to see what had happened.
Ένας δυνατός θόρυβος από την κουζίνα την έκανε να τρέξει να δει τι είχε συμβεί.
03

ετοιμάζω βιαστικά, κάνω στα γρήγορα

to prepare something quickly and urgently
Παραδείγματα
He had to rush a report off for the meeting that started in 30 minutes.
Έπρεπε να ετοιμάσει βιαστικά μια αναφορά για τη συνάντηση που ξεκινούσε σε 30 λεπτά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store