rushed
rushed
rəʃt
ραστ
/ɹˈʌʃt/

Ορισμός και σημασία του "rushed"στα αγγλικά

01

βιαστικός, σταματημένος

done quickly without much time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rushed
συγκριτικός βαθμός
more rushed
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

rushed
rush
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store