rushed
rushed
rʌʃt
rasht
rustedruched

Ορισμός και σημασία του "rushed"στα αγγλικά

01

βιαστικός, σταματημένος

done quickly without much time 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rushed
συγκριτικός βαθμός
more rushed
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

rushed
rush
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store