Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rural
01
αγροτικός, επαρχιακός
related to or characteristic of the countryside
Παραδείγματα
The rural economy is closely tied to activities such as farming, fishing, and forestry.
Η αγροτική οικονομία σχετίζεται στενά με δραστηριότητες όπως η γεωργία, η αλιεία και η δασοκομία.
02
αγροτικός, εξοχικός
living in or characteristic of country life
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
rurality
rurally
rural
rur



























