rural
rural
rʊərəl
ruerēl
juralmuralduralplural

Ορισμός και σημασία του "rural"στα αγγλικά

01

αγροτικός, επαρχιακός

related to or characteristic of the countryside 
rural definition and meaning
Παραδείγματα
He grew up in a rural village surrounded by farmland and forests. 

Μεγάλωσε σε ένα αγροτικό χωριό περιτριγυρισμένο από αγροτικές εκτάσεις και δάση.

02

αγροτικός, εξοχικός

living in or characteristic of country life 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

rurality
rurally
rural
rur
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store