Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ruinous
01
καταστροφικός, ολέθριος
causing severe damage, often leading to complete loss or collapse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ruinous
συγκριτικός βαθμός
more ruinous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ruinous floodwaters swept away entire villages, leaving devastation in their wake.
Τα καταστροφικά νερά της πλημμύρας κατέστρεψαν ολόκληρα χωριά, αφήνοντας καταστροφή στο πέρασμά τους.
02
καταστροφικός, ολοκληρωτικός
causing injury or blight; especially affecting with sudden violence or plague or ruin
Λεξικό Δέντρο
ruinously
ruinous
ruin



























