ruinous
rui
ˈru:ɪ
rooi
nous
nəs
nēs

Ορισμός και σημασία του "ruinous"στα αγγλικά

01

καταστροφικός, ολέθριος

causing severe damage, often leading to complete loss or collapse 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ruinous
συγκριτικός βαθμός
more ruinous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ruinous floodwaters swept away entire villages, leaving devastation in their wake. 

Τα καταστροφικά νερά της πλημμύρας κατέστρεψαν ολόκληρα χωριά, αφήνοντας καταστροφή στο πέρασμά τους.

02

καταστροφικός, ολοκληρωτικός

causing injury or blight; especially affecting with sudden violence or plague or ruin 

Λεξικό Δέντρο

ruinously
ruinous
ruin
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store