Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ruinous
01
καταστροφικός, ολέθριος
causing severe damage, often leading to complete loss or collapse
Παραδείγματα
The ruinous battle resulted in the total loss of the town's defenses and infrastructure.
Η καταστροφική μάχη οδήγησε στην πλήρη απώλεια των αμυντικών έργων και της υποδομής της πόλης.
02
καταστροφικός, ολοκληρωτικός
causing injury or blight; especially affecting with sudden violence or plague or ruin
Λεξικό Δέντρο
ruinously
ruinous
ruin



























