rousing
Pronunciation
/ˈɹaʊzɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "rousing"στα αγγλικά

01

ενθουσιώδης, συναρπαστικός

capable of evoking enthusiasm or strong emotions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rousing
συγκριτικός βαθμός
more rousing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The protest march was accompanied by rousing chants that echoed through the streets.
Η πορεία διαμαρτυρίας συνοδεύτηκε από ενθουσιώδεις συνθήματα που ηχούσαν στους δρόμους.
02

διεγερτικός, συναρπαστικός

rousing to activity or heightened action as by spurring or goading
01

διέγερση, ξύπνημα

the act of arousing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

rousing
rous
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store