rousing
rou
ˈraʊ
raw
sing
zɪng
zing
housingbrowsingdrowsing

Ορισμός και σημασία του "rousing"στα αγγλικά

01

ενθουσιώδης, συναρπαστικός

capable of evoking enthusiasm or strong emotions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rousing
συγκριτικός βαθμός
more rousing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, performance, stimulus
Παραδείγματα
The rousing music at the concert energized the crowd, prompting everyone to dance and sing along. 

Η συναρπαστική μουσική στη συναυλία ενέπνευσε το πλήθος, προκαλώντας όλους να χορέψουν και να τραγουδήσουν.

02

διεγερτικός, συναρπαστικός

rousing to activity or heightened action as by spurring or goading 
01

διέγερση, ξύπνημα

the act of arousing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

rousing
rous
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store