Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rousing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rousing
συγκριτικός βαθμός
more rousing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The rousing music at the concert energized the crowd, prompting everyone to dance and sing along.
Η συναρπαστική μουσική στη συναυλία ενέπνευσε το πλήθος, προκαλώντας όλους να χορέψουν και να τραγουδήσουν.
02
διεγερτικός, συναρπαστικός
rousing to activity or heightened action as by spurring or goading
Rousing
01
διέγερση, ξύπνημα
the act of arousing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























