Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rousing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rousing
συγκριτικός βαθμός
more rousing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The protest march was accompanied by rousing chants that echoed through the streets.
Η πορεία διαμαρτυρίας συνοδεύτηκε από ενθουσιώδεις συνθήματα που ηχούσαν στους δρόμους.
02
διεγερτικός, συναρπαστικός
rousing to activity or heightened action as by spurring or goading
Rousing
01
διέγερση, ξύπνημα
the act of arousing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























