rightful
right
ˈraɪt
rait
ful
fəl
fēl
spitefuldespitefuldelightful

Ορισμός και σημασία του "rightful"στα αγγλικά

01

νόμιμος, δικαιούχος

authorized according to the law 
rightful definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The rightful owner reclaimed their property through legal proceedings. 

Ο νόμιμος ιδιοκτήτης διεκδίκησε την περιουσία του μέσω νομικών διαδικασιών.

02

νόμιμος

having a legally established claim 

Λεξικό Δέντρο

rightfully
rightfulness
rightful
right
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store