Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ridiculously
01
γελοία, παραλογικά
in an extremely unreasonable or laughable manner
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα βαθμού
Παραδείγματα
The movie was ridiculously entertaining from start to finish.
Η ταινία ήταν γελοία διασκεδαστική από την αρχή μέχρι το τέλος.
1.1
γελοία, παραλογικά
in a way that causes disbelief or surprise
Παραδείγματα
The shoes were ridiculously cheap for designer brands.
Τα παπούτσια ήταν γελοία φθηνά για σχεδιαστικές μάρκες.
Λεξικό Δέντρο
ridiculously
ridiculous
ridicule



























