Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ridiculously
01
γελοία, παραλογικά
in an extremely unreasonable or laughable manner
Παραδείγματα
They were ridiculously bad at charades, which made the game even funnier.
Ήταν γελοία κακοί στα μιμικά, κάτι που έκανε το παιχνίδι ακόμα πιο αστείο.
1.1
γελοία, παραλογικά
in a way that causes disbelief or surprise
Παραδείγματα
The internet speed dropped to a ridiculously slow pace during the storm.
Η ταχύτητα του διαδικτύου έπεσε σε ένα γελοία αργό ρυθμό κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
Λεξικό Δέντρο
ridiculously
ridiculous
ridicule



























