riddance
rid
rɪd
rid
dance
dɑ:ns
daans
forbiddance

Ορισμός και σημασία του "riddance"στα αγγλικά

01

απαλλαγή, εξάλειψη

the act of getting rid of something or someone unwanted 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
riddances
Παραδείγματα
He felt a sense of riddance as he moved out of the noisy apartment. 

Ένιωσε μια αίσθηση απαλλαγής όταν μετακόμισε από το θορυβώδες διαμέρισμα.

02

απαλλαγή, απόρριψη

the act of removing or getting rid of something 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store