to accurse
Pronunciation
/əˈkɝs/

Ορισμός και σημασία του "accurse"στα αγγλικά

to accurse
01

καταριέμαι, καταδικάζω με μεγάλη ένταση

to curse or condemn someone with great intensity or severity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
accurse
γ΄ ενικό πρόσωπο
accurses
ενεστώτα μετοχή
accursing
απλός αόριστος
accursed
παθητική μετοχή
accursed
Παραδείγματα
The witch warned that if they trespassed upon her sacred grove, she would accurse them with her powerful magic.
Η μάγισσα προειδοποίησε ότι αν παραβούν τον ιερό της άλσος, θα τους καταράσει με την ισχυρή της μαγεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store