to accurse
a
ə
ē
ccurse
ˈkɜ:s
kēs
accuse

Ορισμός και σημασία του "accurse"στα αγγλικά

to accurse
01

καταριέμαι, καταδικάζω με μεγάλη ένταση

to curse or condemn someone with great intensity or severity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
accurse
γ΄ ενικό πρόσωπο
accurses
ενεστώτα μετοχή
accursing
απλός αόριστος
accursed
παθητική μετοχή
accursed
Παραδείγματα
She accurse her enemies every night before bed, wishing ill upon them. 

Εκείνη καταριέται τους εχθρούς της κάθε βράδυ πριν τον ύπνο, ευχόμενη κακό σε αυτούς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store