Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to accurse
01
καταριέμαι, καταδικάζω με μεγάλη ένταση
to curse or condemn someone with great intensity or severity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
accurse
γ΄ ενικό πρόσωπο
accurses
ενεστώτα μετοχή
accursing
απλός αόριστος
accursed
παθητική μετοχή
accursed
Παραδείγματα
The witch warned that if they trespassed upon her sacred grove, she would accurse them with her powerful magic.
Η μάγισσα προειδοποίησε ότι αν παραβούν τον ιερό της άλσος, θα τους καταράσει με την ισχυρή της μαγεία.
Λεξικό Δέντρο
accursed
accurse



























