Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to accurse
01
καταριέμαι, καταδικάζω με μεγάλη ένταση
to curse or condemn someone with great intensity or severity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
accurse
γ΄ ενικό πρόσωπο
accurses
ενεστώτα μετοχή
accursing
απλός αόριστος
accursed
παθητική μετοχή
accursed
Παραδείγματα
She accurse her enemies every night before bed, wishing ill upon them.
Εκείνη καταριέται τους εχθρούς της κάθε βράδυ πριν τον ύπνο, ευχόμενη κακό σε αυτούς.
Λεξικό Δέντρο
accursed
accurse



























