to revoke
Pronunciation
/ɹiˈvoʊk/, /ɹɪˈvoʊk/

Ορισμός και σημασία του "revoke"στα αγγλικά

to revoke
01

ανακλώ, ακυρώνω

to officially cancel or withdraw something, such as a law, a decision, a license, or a privilege
Transitive: to revoke a law or decision
to revoke definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
revoke
γ΄ ενικό πρόσωπο
revokes
ενεστώτα μετοχή
revoking
απλός αόριστος
revoked
παθητική μετοχή
revoked
Παραδείγματα
The school administration will revoke the scholarship if the student's grades consistently fall below the required level.
Η διοίκηση του σχολείου θα ανακαλέσει τη υποτροφία εάν οι βαθμοί του μαθητή πέφτουν συνεχώς κάτω από το απαιτούμενο επίπεδο.
02

ανακαλώ, δεν ακολουθώ το χρώμα

to fail to follow suit when a player should have, violating the rules of the card game being played
Intransitive
Παραδείγματα
He revoked by playing the wrong card, unaware that he still had one in the required suit.
Απέσυρε παίζοντας τη λάθος κάρτα, χωρίς να γνωρίζει ότι είχε ακόμη μία στην απαιτούμενη φυλή.
01

ανάκληση, αποχή από το χρώμα

the failure to follow suit despite having a card of the suit led
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
revokes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store