to revoke
re
ri
voke
ˈvəʊk
vewk
strokeunyokedecokeinvoke

Ορισμός και σημασία του "revoke"στα αγγλικά

to revoke
01

ανακλώ, ακυρώνω

to officially cancel or withdraw something, such as a law, a decision, a license, or a privilege 
Transitive: to revoke a law or decision
to revoke definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
revoke
γ΄ ενικό πρόσωπο
revokes
ενεστώτα μετοχή
revoking
απλός αόριστος
revoked
παθητική μετοχή
revoked
Παραδείγματα
The board of directors voted unanimously to revoke the CEO's authority following a series of financial scandals. 

Το διοικητικό συμβούλιο ψήφισε ομόφωνα να ανακαλέσει την εξουσία του CEO μετά από μια σειρά οικονομικών σκανδάλων.

02

ανακαλώ, δεν ακολουθώ το χρώμα

to fail to follow suit when a player should have, violating the rules of the card game being played 
Intransitive
Παραδείγματα
He accidentally revoked by playing a spade instead of following the suit. 

Απροσέκτητα απέσυρε παίζοντας μια μπαστούνι αντί να ακολουθήσει το χρώμα.

01

ανάκληση, αποχή από το χρώμα

the failure to follow suit despite having a card of the suit led 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
revokes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store