Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to retrieve
01
θυμάμαι, αναπολώ
to remember or recollect information previously learned or experienced
Transitive: to retrieve information
Παραδείγματα
Despite not studying for the exam, she was able to retrieve the necessary information from her memory.
Παρά το ότι δεν είχε μελετήσει για τις εξετάσεις, κατάφερε να ανακτήσει τις απαραίτητες πληροφορίες από τη μνήμη της.
02
ανακτώ, επιστρέφω
to go and get back something that was lost or left behind
Transitive: to retrieve sth
Παραδείγματα
She had to retrieve her keys from the office after accidentally leaving them on her desk.
Έπρεπε να ανακτήσει τα κλειδιά της από το γραφείο αφού τα άφησε κατά λάθος στο γραφείο της.
03
ανακτώ, εξάγω
to find and collect data stored on a computer
Transitive: to retrieve data
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
retrieve
γ΄ ενικό πρόσωπο
retrieves
ενεστώτα μετοχή
retrieving
απλός αόριστος
retrieved
παθητική μετοχή
retrieved
Παραδείγματα
The IT specialist was able to retrieve the lost files from the backup server.
Ο ειδικός πληροφορικής κατάφερε να ανακτήσει τα χαμένα αρχεία από τον διακομιστή αντιγράφων ασφαλείας.
04
επιστρέφω, ανακτώ
(of a dog) to locate and return game to its owner
Transitive: to retrieve game
Παραδείγματα
The Labrador retriever was trained to retrieve ducks from the water during hunting trips.
Ο Λαμπραντόρ ρετρίβερ εκπαιδεύτηκε να ανακτά πάπιες από το νερό κατά τη διάρκεια των κυνηγετικών ταξιδιών.
Λεξικό Δέντρο
retrievable
retrieve



























