retention
re
ri
ten
ˈtɛn
ten
tion
ʃən
shēn
ascensiondetentionindentionextension

Ορισμός και σημασία του "retention"στα αγγλικά

01

διατήρηση, διατήρηση

the act of keeping something that one already has 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

διατήρηση, μνημονική ικανότητα

the power of retaining and recalling past experience 
03

διατήρηση, ικανότητα διατήρησης υγρού

the power of retaining liquid 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store