retardant
re
ri
tar
ˈtɑ:
taa
dant
dənt
dēnt
retardentregardant

Ορισμός και σημασία του "retardant"στα αγγλικά

01

επιβραδυντικό, αναστολέας

the thing that slows down or inhibits a process or action 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
retardants
Παραδείγματα
Fire retardants are chemicals used to slow the spread of fires in buildings. 

Τα επιβραδυντικά είναι χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται για την επιβράδυνση της εξάπλωσης των πυρκαγιών σε κτίρια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store