Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Respectability
01
σεβαστότητα, αξιοπρέπεια
the quality of being socially acceptable or regarded as valid and important within a particular field
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The company strives for respectability in the international market.
Η εταιρεία επιδιώκει την αξιοπρέπεια στην διεθνή αγορά.
Λεξικό Δέντρο
unrespectability
respectability
respectable
respect



























