resentful
re
ri
sent
ˈzɛnt
zent
ful
fʊl
fool
eventfuluneventful

Ορισμός και σημασία του "resentful"στα αγγλικά

01

πικραμένος, μνησίκακος

feeling anger because of perceived unfairness or wrongdoing 
resentful definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most resentful
συγκριτικός βαθμός
more resentful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was resentful towards her colleague who took credit for her ideas. 

Ήταν πικραμένη απέναντι στον συνάδελφό της που πήρε την πίστωση για τις ιδέες της.

Λεξικό Δέντρο

resentfully
unresentful
resentful
resent
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store