Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reseat
01
ανακατανέμω θέσεις, αλλάζω θέση
to assign or allocate a different seating position or place to someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reseat
γ΄ ενικό πρόσωπο
reseats
ενεστώτα μετοχή
reseating
απλός αόριστος
reseated
παθητική μετοχή
reseated
Παραδείγματα
The event planner reseats the guests to ensure a balanced distribution of attendees at each table.
Ο οργανωτής της εκδήλωσης ανακαθιστά τους καλεσμένους για να εξασφαλίσει μια ισορροπημένη κατανομή των παρευρισκομένων σε κάθε τραπέζι.
02
εξοπλίζω με νέες θέσεις, αλλάζω τις θέσεις
to equip with new seating accommodations
Παραδείγματα
The theater company reseats the auditorium with more comfortable chairs for the upcoming season.
Η θεατρική εταιρεία επανατοποθετεί την αίθουσα με πιο άνετες καρέκλες για την επερχόμενη σεζόν.
03
επανατοποθετώ, παρέχω νέα θέση
provide with a new seat
Λεξικό Δέντρο
reseat
seat



























