Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to repulse
01
απωθώ, απορρίπτω
to drive back or push away
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
repulse
γ΄ ενικό πρόσωπο
repulses
ενεστώτα μετοχή
repulsing
απλός αόριστος
repulsed
παθητική μετοχή
repulsed
Παραδείγματα
Sarah tried to make amends, but her former friend seemed to repulse every attempt at reconciliation.
Η Σάρα προσπάθησε να διορθώσει τα λάθη της, αλλά η πρώην φίλη της φαινόταν να απωθεί κάθε προσπάθεια συμφιλίωσης.
02
απωθώ, αποκρούω
cause to move back by force or influence
03
προκαλώ αηδία, αποκρούω
to cause strong dislike, disgust, or aversion
Παραδείγματα
The smell of the garbage repulsed him.
Η μυρωδιά των σκουπιδιών τον απώθησε.
Repulse
01
απώθηση, απώθηση
an instance of driving away or warding off
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
repulses
Λεξικό Δέντρο
repulsion
repulsive
repulse
pulse



























