repentance
re
ρι
pen
ˈpɛn
πεν
tance
təns
τανσ
sentence

Ορισμός και σημασία του "repentance"στα αγγλικά

01

μετάνοια, τανάλια

a feeling of remorse or regret for past wrongs 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
repentances
Παραδείγματα
Even in his final hours, the old man expressed no repentance for his past actions. 

Ακόμα και στις τελευταίες του ώρες, ο γέρος δεν εξέφρασε μετάνοια για τις περασμένες του πράξεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

repentance
repent
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store